ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΦΩΣ;
ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ;

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

ΑΙΤΩΛΙΚΟ

Λιμνοθάλασσα. Σε γνώρισα στην ηλικία τη δύσβατη, της εφηβείας. Στο μεταίχμιο, που το κορίτσι αρχίζει να μεταπλάθεται σε γυναίκα. Στον αγώνα δρόμου της ενηλικίωσης. Ή μήπως ήταν κατοστάρι;
Η τέταρτη μετακόμιση της οικογένειας. Αιτωλικό. Σαν μικρό νησί. Με δυο πέτρινα χέρια απλωμένα, που γαντζώνονται στο έμπα και στο έβγα του, απ’ την στεριά.
Ένα παλιό διώροφο σπίτι αντίκρυ στη λιμνοθάλασσα. Σε απόσταση ανάσας. Με ένα μπαλκόνι ανυπεράσπιστο, στα πιο καταιγιστικά ηλιοβασιλέματα. Κόκκινα, μαβιά, πορφυρά. Όπως το αίμα που χτυπά στις φλέβες της νεότητας. Ένα υπνοδωμάτιο κοινό που μοιραζόμουν με τη μικρότερη αδελφή. Όπως και λόγια μυστικά και γέλια. Και δάκρυα. Πιο εύκολα τα τελευταία, πιο καταδεκτικά. Έξω έβλεπε τη νηνεμία του νερού και μέσα τρικυμισμένα όνειρα κι αγρύπνιες.
Τι εξαίσια οδυνηρή αντίθεση! Η απόλυτη θαρρείς γαλήνη της περίκλειστης θάλασσας κόντρα σε ταραγμένα ύδατα ψυχής.
Του σούρουπου η μελαγχολία να διαπερνά το δέρμα πιότερο κι από την υγρασία.
Βόλτα στην περιμετρική, συνήθως μόνη. Όχι ποδήλατο. Μην απομακρύνεσαι. Μακριά απ’ τους αλήτες μηχανόβιους. Ένας, άθελά του σκέφτομαι τώρα, πολύ αυστηρός μπαμπάς. Ένας λυγμός που έστεκε στο λαιμό σαν αγκάθι από ψάρι και δεν κατέβαινε με τίποτα.
Το νερό ακίνητο. Η θάλασσα που δεν είναι θάλασσα. Εκεί που πάει να σε πάρει, να σε ταξιδέψει, στο ακυρώνει. Απέναντι στεριά, κλειστός ορίζοντας. Το βλέμμα να σκαλώνει, η λαχτάρα να αντιγυρίζει σαν χαστούκι.
Το νερό θολό. Πού η διαύγεια που λυτρώνει, πού ο βυθός που χάνεται απ’ τα μάτια και πού το μπλε που σε ξαναβαπτίζει;
Πώς γίνεται να πνίγεσαι στο ένα μέτρο; Πώς γίνεται να βουλιάζεις στο στέρεο έδαφος; Αχ λιμνοθάλασσα...
Μα σ’ αγάπησα τόσο! Χρωμάτισες τα εσωτερικά τοπία με τα πανοραμικά σου δειλινά, αυτά που κάνουν μια φωτογραφία αφόρητα τουριστική. Πότισες της εφηβείας τον κήπο. Την έντυσες με τη χάρη της αλκυόνης, με τις κραυγές απ’ τα γλαρόνια σου, τη μοναξιά των ασπροτσικνιάδων, το πέταγμα των αποδημητικών σου.
Να. Ένα αποδημητικό πουλί έγινα κι εγώ στη ζωή μου, που δεν θυμάμαι ποια είναι η πατρίδα μου, που δεν ξέρω πώς να ριζώσω, που δεν καταφέρνω ν’ απαλλαγώ απ’ το μελό μου βάλτωμα. Πώς να διαχειριστείς το πλεονάζον συναίσθημα; Αργότερα, στο μάκρος μιας ζωής, θα σε κατηγορούν γι αυτό οι έρωτες. Θα σου προσάπτουν τις αιτίες, ούτε καν τις αφορμές.
Και η καρδιά αλίστονος για πάντα.
Κι ο έρωτας ο πρώτος. Το αγόρι από το Μεσολόγγι. Οι δύο λιμνοθάλασσες ενώθηκαν και μέσα μου. Συναντήσεις μέσα στη νύχτα, κρυφά και φοβισμένα, μες τα χαλάσματα του διπλανού σπιτιού. Τώρα που το σκέφτομαι, όταν αρχίζεις τον έρωτα σε χαλάσματα, τι αλήθεια περιμένεις στη συνέχεια; Τότε όμως δεν το ήξερες...
Και ξάφνου μετά από τόσα χρόνια, μια εκδρομή σε φέρνει εδώ ξανά. Με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι και μια χαρμολύπη χτυποκάρδι. Δεν κάθεσαι με τους άλλους για καφέ. Ανάγκη να σαι μόνη.
Να περπατήσεις ξανά στην περιμετρική.(Χωρίς τους φόβους σου μπαμπά, που πια, πάει καιρός που πέταξες σαν άλλος στρειδοφάγος του άπιαστου. Εξάλλου τώρα έχω τους δικούς μου συντροφιά).
Να χαζέψεις τη μικρή πολιτεία, να χαθείς στα δρομάκια, να βρεθείς στα δεκάξι σου, να σταθείς έξω απ’ το παλιό σου σπίτι. Ευτυχώς είναι ακόμα εκεί. Μέσα του φυλαγμένος ένας κόσμος ολόκληρος. Αγέραστος. Δίπλα του μπετόν τριώροφο κρύβει το πρώτο σου φιλί και το αδέξιο χάδι. Ας είναι καλά της μνήμης τα συρτάρια.
Έχεις αργήσει κι οι άλλοι θα σε περιμένουν. Στρέφεις προς το νερό.
Οι φαλαρίδες πάντα αχόρταγες τσιμπολογούν. Τα βροχοπούλια αλητεύουν. Οι βάρκες, οι γαϊτες, να γλιστρούν σαν από εσωτερική, λες, παρόρμηση.
Τώρα, μέσα από το φακό της μηχανής σου, τη λιμνοθάλασσα μπορείς να δεις πιο ψύχραιμα. Με άλλο μάτι. Κάτι σου μάθανε τριάντα τόσα χρόνια που περάσαν.
 

2 σχόλια:

  1. Στήνουν χορό οι θύμησες
    ατίθασες κι’ αλήτισσες
    Μας φυλακίζουν την καρδιά
    Κι’ είναι τα χαμόγελα μισά.

    Νομίσαμε εύκολα καρδιά
    πως θα ξεφεύγαμε αλλά
    δεσμά μας δένουν ε γερά
    που μας γυρίζουν στα παλιά.

    Με το διάβασμα της μικρής ιστορία σου το χτυποκάρδι και το φτερούγισμα της καρδιάς μου ήταν τόσο έντονο, που σταμάτησα το διάβασμα γιατί τα συναισθήματα ήταν απερίγραπτα και τώρα που σου γράφω αυτά φοβάμαι, ότι θα ακούσεις τους κ τύπους της καρδιάς μου. Λες και ήταν χθες και όμως έχουν περάσει πάνω από 32 χρόνια.
    Γεια σου Ελένη.
    Ένας "φίλος" από εκείνα τα όμορφα χρόνια, να είσαι πάντα καλά, να σε διαβάζουμε και να απολαμβάνουμε και τους όμορφους στίχους σου και τις πανέμορφες φωτογραφίες σου.
    Θέλω να ξέρεις ότι σε ανακάλυψα τυχαία και σε παρακολουθώ γιατί μου αρέσει πολύ το "ΚΥΚΛΑΜΙΝΟ"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Παλιέ μου φίλε, σ'ευχαριστώ πολύ για αυτά που μου
    γράφεις.Θα χαρώ ιδιαίτερα να μάθω ποιος είσαι.
    Ελένη
    elensigalou@hotmail.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή